Meaning of διαολεμένος | Babel Free
Ορισμοί
ο διαβολεμένος, ο πολύ έντονος και ενοχλητικός, ο αφόρητος, που τον εμπνεύει ο διάολος
Παραδείγματα
“Εκανε ένα διαολεμένο κρύο -Μια διαοελεμένη ζέστη”
“Αυτο το παιδί έχει διαολεμένο πείσμα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.