Meaning of διαξονικός | Babel Free
/ði.a.kso.niˈkos/Ορισμοί
- που έχει δύο άξονες
-
που διαθέτει δύο άξονες, δηλαδή δύο συστήματα τροχών που στηρίζουν και κινούν το όχημα especially
Παραδείγματα
“μονοαξονικός ή μονοάξονας κρύσταλλος (uniaxial crystal) - 'διαξονικός ή διάξονας κρύσταλλος (biaxial crystal)”
“διαξονική ίνα άνθρακα”
“άξονας τηλεσκοπίου (διαξονική διάταξη - biaxial)”
“άλλες μορφές: διάξονας (επίθετο)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.