HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διανυκτέρευση | Babel Free

Noun feminine CEFR C1
/ði̯a.niˈkte.ɾef.si/

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διανυκτερεύω
  2. το να περνάς τη διάρκεια της νύχτας σε συγκεκριμένο μέρος
  3. η λειτουργία καταστήματος (φαρμακείου κ.λπ.) τη νύχτα
  4. το να περνά κάποιος στρατιώτης ή στρατιωτικός τη διάρκεια της νύχτας, κατόπιν ειδικής άδειας, έξω από το στρατόπεδο

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διανυκτέρευση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course