Meaning of διανυκτέρευση | Babel Free
/ði̯a.niˈkte.ɾef.si/Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διανυκτερεύω
- το να περνάς τη διάρκεια της νύχτας σε συγκεκριμένο μέρος
- η λειτουργία καταστήματος (φαρμακείου κ.λπ.) τη νύχτα
- το να περνά κάποιος στρατιώτης ή στρατιωτικός τη διάρκεια της νύχτας, κατόπιν ειδικής άδειας, έξω από το στρατόπεδο
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.