HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διανομέας | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. αυτός που διανέμει και κυρίως παραδίδει ορισμένο αντικείμενο στο δικαιούχο
  2. ονομασία συσκευών, κυρίως ηλεκτρονικών, με τις οποίες γίνεται η διανομή ύλης ή ενέργειας
  3. hub: βλ. συνώνυμο πλήμνη

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“ταχυδρομικός διανομέας”
“διανομέας 802.11g με 4 θέσεις ethernet 10/100”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διανομέας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course