HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

διανομέας

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. αυτός που διανέμει και κυρίως παραδίδει ορισμένο αντικείμενο στο δικαιούχο
  2. ονομασία συσκευών, κυρίως ηλεκτρονικών, με τις οποίες γίνεται η διανομή ύλης ή ενέργειας
  3. hub: βλ. συνώνυμο πλήμνη

Ισοδύναμα

30 more languages
العربيةقاسمموزع
हिन्दीप्रेषी
Íslenskabeinir
Қазақ тілідистрибьютор
한국어배전반
Latinadivisor
Nederlandsverspreider
Српскиотправник
Kiswahilimsambazaji
Українськадиспетчер

Παραδείγματα

“ταχυδρομικός διανομέας”
“διανομέας 802.11g με 4 θέσεις ethernet 10/100”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διανομέας σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free