HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διανοητικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/ði̯a.no.i.tiˈkos/

Ορισμοί

  1. που σχετίζεται με τη διανόηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. νοητικός
  3. στοχαστικός, έννους, νοερός, πνευματικός, εγκεφαλικός

Ισοδύναμα

English dianoetic mental

Παραδείγματα

“※ Ξέρει ότι, όταν γράφει, μιλάει με την επιθυμία, δηλαδή με ολόκληρο τον ψυχοσωματικό εαυτό του· κυρίως με τις ασύνειδες και πολυσχιδείς ενορμήσεις του προς έκφραση, οι οποίες, υπερβαίνοντας κάθε πρόθεση, αναγκάζουν τη γλώσσα του να συστοιχηθεί με αυτές και να υπερβεί τη μονοσημία της διανοητικής διατύπωσης για να απεικονίσει την πρόσληψή του της πραγματικότητας με μεγαλύτερη ακρίβεια και καθαρότητα απ' ό,τι ο μη λογοτεχνικός λόγος. (Νάσος Βαγενάς, Πίσω στον συγγραφέα, εφημερίδα Το Βήμα, 3/5/2013 https://www.tovima.gr/2013/05/03/opinions/pisw-ston-syggrafea/)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διανοητικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course