Meaning of διανοητικός | Babel Free
/ði̯a.no.i.tiˈkos/Ορισμοί
- που σχετίζεται με τη διανόηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
- νοητικός
- στοχαστικός, έννους, νοερός, πνευματικός, εγκεφαλικός
Παραδείγματα
“※ Ξέρει ότι, όταν γράφει, μιλάει με την επιθυμία, δηλαδή με ολόκληρο τον ψυχοσωματικό εαυτό του· κυρίως με τις ασύνειδες και πολυσχιδείς ενορμήσεις του προς έκφραση, οι οποίες, υπερβαίνοντας κάθε πρόθεση, αναγκάζουν τη γλώσσα του να συστοιχηθεί με αυτές και να υπερβεί τη μονοσημία της διανοητικής διατύπωσης για να απεικονίσει την πρόσληψή του της πραγματικότητας με μεγαλύτερη ακρίβεια και καθαρότητα απ' ό,τι ο μη λογοτεχνικός λόγος. (Νάσος Βαγενάς, Πίσω στον συγγραφέα, εφημερίδα Το Βήμα, 3/5/2013 https://www.tovima.gr/2013/05/03/opinions/pisw-ston-syggrafea/)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.