Meaning of διαμετρικός | Babel Free
/ði̯a.me.tɾiˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με τη διάμετρο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
-
που είναι διαφορετικός ή αντίθετος με κάτι άλλο, σε άλλη πλευρά (τελείως) figuratively
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.