Meaning of διαμέτρημα | Babel Free
/ði̯aˈme.tɾi.ma/Ορισμοί
- το μήκος της διαμέτρου ενός κυλίνδρου ή κυλινδρικού σώματος και (ειδικότερα) της κάννης ενός πυροβόλου όπλου
-
η αξία και η απήχηση κάποιου σε σχέση με άλλους, πάνω σε κάποιον τομέα figuratively
Ισοδύναμα
English
Caliber
Παραδείγματα
“Η ρουκέτα που χρησιμοποιήθηκε χθες είναι πολύ μικρότερη, τόσο στο διαμέτρημα, όσο και στο βεληνεκές. (*)”
“H ελληνική γλώσσα -παρότι το γεωγραφικό… διαμέτρημα της χώρας μας μικρό- έχει καταφέρει να απλώσει ρίζες σε όλο τον κόσμο. (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.