HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διαμέτρημα | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ði̯aˈme.tɾi.ma/

Ορισμοί

  1. το μήκος της διαμέτρου ενός κυλίνδρου ή κυλινδρικού σώματος και (ειδικότερα) της κάννης ενός πυροβόλου όπλου
  2. η αξία και η απήχηση κάποιου σε σχέση με άλλους, πάνω σε κάποιον τομέα
    figuratively

Ισοδύναμα

English Caliber

Παραδείγματα

“Η ρουκέτα που χρησιμοποιήθηκε χθες είναι πολύ μικρότερη, τόσο στο διαμέτρημα, όσο και στο βεληνεκές. (*)”
“H ελληνική γλώσσα -παρότι το γεωγραφικό… διαμέτρημα της χώρας μας μικρό- έχει καταφέρει να απλώσει ρίζες σε όλο τον κόσμο. (*)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διαμέτρημα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course