Meaning of διαλυτικός | Babel Free
/ði̯a.li.tiˈkos/Ορισμοί
- ο σχετικός με τη διάλυση
- που έχει την ιδιότητα να διαλύει ένα στερεό ή να αραιώνει ένα διάλυμα
- που επιφέρει τη νομική διάλυση, πχ μιας εταιρείας
- που έχει ως αποτέλεσμα να διασπά τη συνοχή μιας ομάδας, την ομαλή λειτουργία ενός συνόλου
Ισοδύναμα
English
Solvent
Παραδείγματα
“Πρέπει να προσθέσεις στο μείγμα λίγο διαλυτικό υγρό.”
“διαλυτική παρέμβαση”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.