HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διαλυτικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/ði̯a.li.tiˈkos/

Ορισμοί

  1. ο σχετικός με τη διάλυση
  2. που έχει την ιδιότητα να διαλύει ένα στερεό ή να αραιώνει ένα διάλυμα
  3. που επιφέρει τη νομική διάλυση, πχ μιας εταιρείας
  4. που έχει ως αποτέλεσμα να διασπά τη συνοχή μιας ομάδας, την ομαλή λειτουργία ενός συνόλου

Ισοδύναμα

English Solvent

Παραδείγματα

“Πρέπει να προσθέσεις στο μείγμα λίγο διαλυτικό υγρό.”
“διαλυτική παρέμβαση”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διαλυτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course