Meaning of διαλειτουργικός | Babel Free
Ορισμοί
interoperable: σύστημα ή συσκευή που είναι εφοδιασμένη με την κατάλληλη διεπαφή (interface) ώστε να επικοινωνεί και να ανταλλάσσει δεδομένα με άλλο σύστημα ή συσκευή
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.