Meaning of διακύβευμα | Babel Free
Ορισμοί
οτιδήποτε διακυβεύεται, οποιαδήποτε απόφαση, ενέργεια, διαδικασία ή/και κατάσταση που πιθανόν να τεθεί σε κίνδυνο, αν παρθούν λανθασμένες αποφάσεις, ή χαρακτηρίζεται εμπειρικά από άσχημες εξελίξεις
neologism
Παραδείγματα
“Το κάπνισμα αποτελεί διακύβευμα υγείας για κάθε καπνιστή και το περιβάλλον του.”
“Το διακύβευμα που αναλαμβάνει η πρωθυπουργός για μείωση του κόστους της ενέργειας είναι κρίσιμο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.