Meaning of διακράτηση | Babel Free
Ορισμοί
-
η κατοχή κάποιου αντικειμένου από κάποιο άτομο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα formal
-
η διατήρηση κάποιων αξιών (π.χ. μετοχών, μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ομολόγων) για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για επενδυτικό σκοπό formal
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.