Meaning of διακοσμητικός | Babel Free
/ði.a.ko.zmi.tiˈkos/Ορισμοί
- που διακοσμεί, που έχει σχέση με τη διακόσμηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
-
που δεν παίζει σημαντικό ρόλο, που έχει δευτερεύουσα σημασία figuratively
Ισοδύναμα
English
Decorative
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.