Meaning of διακοινοβουλευτικός | Babel Free
Ορισμοί
πολιτικός όρος που χαρακτηρίζει θεσμικές σχέσεις, δράσεις ή συνεργασίες οι οποίες αναπτύσσονται μεταξύ κοινοβουλίων ή κοινοβουλευτικών σωμάτων διαφορετικών κρατών, ανεξάρτητα από την εκτελεστική εξουσία
Ισοδύναμα
English
interparliamentary
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.