Meaning of διακλαδωθεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακλαδώνομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνομαι
- θα διακλαδωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διακλαδώνομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.