HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

διαιτησία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
ði̯e.tiˈsi.a

Ορισμοί

  1. το έργο του διαιτητή καθώς και ο τρόπος άσκησης των καθηκόντων του σε συγκεκριμένες περιπτώσεις
  2. ο διαιτητής ενός συγκεκριμένου αγώνα ή το σύνολο των διαιτητών γενικότερα
  3. δικαστικός θεσμός που δεν εντάσσεται στην τακτική δικαιοσύνη και αποσκοπεί στην επίλυση διαφορών μεταξύ δύο πλευρών από ουδέτερους τρίτους, τους οποίους έχουν αποδεχτεί ή υποδείξει οι ενδιαφερόμενοι αντίδικοι

Ισοδύναμα

23 more languages

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διαιτησία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free