Meaning of διαθλασίμετρο | Babel Free
Ορισμοί
όργανο μέτρησης της απόκλισης του φωτός το οποίο περνά μέσα από υγρό, καθώς αυτό προσπίπτει στην επιφάνειά του (για αναλύσεις της ποιότητας και περιεκτικότητας του μελιού, κρασιού κ.ά.)
Ισοδύναμα
English
Refractometer
Παραδείγματα
“※ Ο δείκτης διάθλασης όλων των δειγμάτων μετρήθηκε με το διαθλασίμετρο του Abbé σε θερμοκρασία δωματίου (Χημικά Χρονικά, τόμοι 13-14, Επιστημονική Επιτροπή της Ένωσης Ελλήνων Χημικών, 1984)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.