Meaning of διαθετικός | Babel Free
Ορισμοί
- θυμικός, συναισθηματικός (-ή, -ό), που αναφέρεται ή επιδρά στο/αφορά ή επηρεάζει το συναίσθημα, που αφορά εγκεφαλικούς συναισθηματικούς μηχανισμούς/διεργασίες, που αφορά το μεταιχμιακό σύστημα
- συναισθηματικά φορτισμένος
- ρυθμιστικός, κανονιστικός, διευθετικός
- που διαθέτει κάτι
- "διαθετικά ρήματα", αυτά που σημαίνουν διάθεση ή κάποια κατάστασηhttp://www.livepedia.gr/index.php/Διαθετικός
Παραδείγματα
“που αφορά την διάθεση, που αφορά το πως νοιώθει κάποιος για κάποιον ή κάτι”
“αγγλικά : affective ⁽ᵉⁿ⁾”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.