HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διαδοχικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/ðʝaðoçiˈkos/

Ορισμοί

  1. για μια σειρά στοιχείων (πραγμάτων, ενεργειών, καταστάσεων) όπου το ένα ακολουθεί, διαδέχεται το άλλο
  2. ο σχετικός με τον διάδοχο μοναρχίας
    dated

Παραδείγματα

“διαδοχικές νίκες”

successive victories

“διαδοχικά πλήγματα”

successive blows

“※ Ἀλλεπάλληλα τηλεγραφήματα ληφθέντα ἀπὸ τὸ Σεράγεβον ἀγγέλλουν τὴν δολοφονίαν τοῦ 'Διαδοχικοῦ ζεύγους τῆς Αὐστροουγγαρίας καθ' ἣν στιγμὴν μετέβαινε ἐφ’ ἁμάξης εἰς τὸ Δημαρχεῖον. — εφημερίδα «Ακρόπολις» φύλλο 10615, 16/29 Ιουνίου 1914, σελ. 6”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διαδοχικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course