Meaning of διαβολεμένος | Babel Free
Ορισμοί
- πανούργος, που μπορεί να συγκριθεί με τον διάβολο
- έξυπνος, πονηρός
- έντονος
Παραδείγματα
“※ Ήταν Τετάρτη, τα εμπορικά ήταν κλειστά, αλλά είχε διαβολεμένη κίνηση. (Γιάννης Ξανθούλης (1989) Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.