HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διαβολεμένος | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. πανούργος, που μπορεί να συγκριθεί με τον διάβολο
  2. έξυπνος, πονηρός
  3. έντονος

Παραδείγματα

“※ Ήταν Τετάρτη, τα εμπορικά ήταν κλειστά, αλλά είχε διαβολεμένη κίνηση. (Γιάννης Ξανθούλης (1989) Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας [μυθιστόρημα])”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διαβολεμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course