Meaning of διαβατάρικος | Babel Free
Ορισμοί
- που διαβαίνει, που περνάει από ένα μέρος ταξιδεύοντας
- που διαρκεί σύντομο χρονικό διάστημα
Παραδείγματα
“Με διαβατάρικα πουλιά έρωτα να μην πιάνεις (Δημοτικό τραγούδι)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.