Meaning of διάτρητος | Babel Free
/ðiˈa.tɾi.tos/Ορισμοί
- που έχει τρύπες, ο τρυπητός
-
που έχει λογικά ή άλλου είδους κενά figuratively
Ισοδύναμα
Deutsch
perforiert
Ελληνικά
τρυπητός
English
Perforated
LA
pertusus
Português
perfurado
RO
perforat
Русский
перфори́рованный
Svenska
perforerad
Παραδείγματα
“※ Ἔλασμα λεπτόν ἐκ ξύλου ὀξείας συνήθως, πλάτους ἕως 0,10 τοῦ μέτρου κάμπτεται εἰς κύλινδρον μέ περίμετρον ἕως 0,40 μ. Αὐτό εἶναι ὁ κόθρος. Εἰς τό ἕν ἄνοιγμα τοῦ κόθρου τούτου τανύεται δέρμα λεῖον διάτρητον μὲ ὀπάς, δι ̓ ὧν μόνον ἄλευρον δύναται νὰ διαπεράσῃ καὶ μικροὶ κόκκοι σίτου (Δημήτρης Λουκόπουλος, Αιτωλικαί οικίσεις, σκεύη και τροφαί, Λαογραφικόν Αρχείον, 1925, σελ. 93)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.