Meaning of δημοτικότητα | Babel Free
/ði.mo.tiˈko.ti.ta/Ορισμοί
- το να είναι κάποιος δημοφιλής και αγαπητός στην κοινωνία ή σε κάποιο κοινό
-
η ιδιότητα του δημότη σε έναν δήμο formal, rare
Παραδείγματα
“※ Έτσι, το 2004, όταν παρουσιάστηκε ο Firefox, τέκνο του κινήματος του ελεύθερου λογισμικού, η Microsoft πιάστηκε κυριολεκτικά στον ύπνο αγνοώντας τα μηνύματα των χρηστών. Η μεγάλη δημοτικότητα του Internet Explorer λειτούργησε σαν μπούμερανγκ, αφού όποιος ήθελε να αποκτήσει (μη εξουσιοδοτημένη, βέβαια) πρόσβαση σε έναν υπολογιστή μέσω Διαδικτύου αναζητούσε τις αδυναμίες του προγράμματος της Microsoft, οι οποίες ήταν ουκ ολίγες. (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 17.08.2010)”
“※ Το τέκνο που γεννήθηκε σε γάμο των γονέων του είναι δημότης του Δήμου ή της Κοινότητας, όπου είναι γραμμένος ο πατέρας ή η μητέρα του. Οι γονείς υποχρεούνται, εντός της προθεσμίας προς δήλωση της γέννησης του πρώτου τέκνου τους, να προσδιορίσουν με αμετάκλητη δήλωσή τους ενώπιον του ληξιάρχου του τόπου κατάρτισης της σχετικής ληξιαρχικής πράξης τη δημοτικότητά του.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.