Meaning of δημιουργικός | Babel Free
/ði.mi.uɾ.ʝiˈkos/Ορισμοί
- που έχει τη διάθεση να δημιουργεί κάτι το καινούριο
- που χαρακτηρίζει έναν τέτοιο άνθρωπο
Ισοδύναμα
English
creative
Παραδείγματα
“δημιουργικός άνθρωπος”
“δημιουργική διάθεση”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.