Meaning of δημαρχεύων | Babel Free
/ði.maɾˈçe.von/Ορισμοί
-
, που αναπληρώνει τον δήμαρχο, ο εκτελών χρέη δημάρχου formal
-
είμαι δήμαρχος, στο διάστημα που είμαι δήμαρχος formal
Παραδείγματα
“ανέλαβε το θέμα ο δημαρχεύων αντιδήμαρχος, καθώς ο δήμαρχος ήταν άρρωστος”
“το κτίριο θεμελιώθηκε δημαρχεύοντος του Χ”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.