Meaning of δηλητηριάσουν | Babel Free
Ορισμοί
- γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζω
- θα δηλητηριάσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δηλητηριάζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.