HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δηλητηριάζω | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. προσθέτω δηλητήριο (τοξική ουσία) σε κάτι
  2. δίνω ή εισάγω σε ζωντανό οργανισμό βλαπτικές, τοξικές ουσίες, σκόπιμα ή από αμέλεια, με αποτέλεσμα να βλάψω σοβαρά την υγεία του ή να τον σκοτώσω
  3. κάτι ή κάποιος με την παρουσία του ή τις πράξεις του, εισάγει σε μια κατάσταση στοιχείο που την αλλάζει προς το χειρότερο, ώστε οι επιθυμητές εξελίξεις πιθανόν να μην είναι πια εφικτές
    figuratively

Ισοδύναμα

English poison

Παραδείγματα

“δηλητηρίασαν το κρασί του με σκοπό να τον εξοντώσουν”
“Οι υπολογιστές της Δύσης δηλητηριάζουν τα παιδιά της Αφρικής (TV Χωρίς Σύνορα, 7 Δεκεμβρίου 2009)”
“οι πελατειακές σχέσεις δηλητηριάζουν την πολιτική ζωή του τόπου”
“ο ρατσισμός δηλητηριάζει τις ψυχές όλων μας”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δηλητηριάζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course