Meaning of δεύτερο συνθετικό | Babel Free
/ˈðe.fte.ɾo sin.θe.tiˈko/Ορισμοί
το δεύτερο μέρος που αποτελεί μορφολογικά μια σύνθετη λέξη
Παραδείγματα
“Τα παραϊατρικός, οφθαλμίατρος έχουν ως δεύτερο συνθετικό το ιατρός.”
“> υπερώνυμα: συνθετικό”
“≤ συνυπώνυμα: πρώτο συνθετικό, τρίτο συνθετικό, τέταρτο συνθετικό”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.