Meaning of δευτερολογήσω | Babel Free
Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δευτερολογώ
- θα δευτερολογήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δευτερολογώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.