Meaning of δευτερολογήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δευτερολογώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δευτερολογώ
- θα δευτερολογήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δευτερολογώ
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.