Meaning of δεσμευμένη λέξη | Babel Free
Ορισμοί
αναγνωριστικό (identifier), που χρησιμοποιείται (πχ. στο συντακτικό ή ως εντολή) ή πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον ή έχει δεσμευθεί για κάποιο λόγο, από μια γλώσσα προγραμματισμού και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί σε ονόματα που ορίζονται από τον προγραμματιστή
Ισοδύναμα
English
reserved word
Παραδείγματα
“Για παράδειγμα στη γλώσσα προγραμματισμού C η λέξη: int, που ορίζει μεταβλητή ή η λέξη if, που είναι εντολή είναι δεσμευμένες”
“※ Το goto στην Java είναι δεσμευμένη λέξη αλλά δεν χρησιμοποιείται ως εντολή.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.