Meaning of δερμογραφία | Babel Free
Ορισμοί
δερματική πάθηση κατά την οποία στο δέρμα, όταν ασκηθεί πάνω του πίεση ή τριβή, εμφανίζονται κάποια ανεξίτηλα για αρκετό χρονικό διάστημα (έως και πολλά χρόνια!) σημάδια
Ισοδύναμα
English
dermatographia
Παραδείγματα
“Αγία Αθανασία του Αιγάλεω: αγύρτισσα αγία, δαιμόνια επιχειρηματίας Ισχυριζόταν ότι η Παναγία έγραφε πάνω στο στήθος της θεία μηνύματα. Πλούτισε, κάνοντας χιλιάδες αφελείς να παραληρούν. Στην πραγματικότητα απλώς έπασχε από κληρονομική δερμογραφία. (*)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.