Meaning of δεκατριάρι | Babel Free
Ορισμοί
-
σύνολο ή μέγεθος που αντιστοιχεί στον αριθμό δεκατρία, χρησιμοποιούμενο κυρίως σε προφορικά ή ειδικά συμφραζόμενα familiar
-
χρηματικό ποσό εκφρασμένο συμβατικά ως δεκατρία —συνήθως με υπονοούμενη μονάδα μεγέθους, όπως χιλιάδες ή εκατομμύρια— χωρίς ρητή αναφορά του νομίσματος ή της κλίμακας familiar
-
βαθμολογική επίδοση ίση με δεκατρία, ιδίως στο πλαίσιο της εικοσάβαθμης κλίμακας της εκπαίδευσης familiar
- πλήρης επιτυχία δεκατριών σωστών προβλέψεων στο δελτίο τού ΠΡΟΠΟ, η οποία συνεπάγεται τη μέγιστη δυνατή διάκριση στο παιχνίδι
- καθιερωμένο αριθμητικό μέγεθος ή κωδικός διάστασης που δηλώνει συγκεκριμένη τυποποίηση σε αντικείμενα ή συστήματα μέτρησης
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.