Meaning of δεκαρολόγος | Babel Free
Ορισμοί
- που δεκαρολογεί μαζεύοντας μικροποσά ή χρηματίζεται με αναξιοπρεπή τρόπο για ευτελές κέρδος
- που είναι τσιγγούνης, φειδωλός στις οικονομικές του συναλλαγές, υπολογίζει μέχρι και την τελευταία δεκάρα
- που δεκαρολογεί, μιλώντας με στόμφο, που βγάζει δεκάρικους λόγους
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.