Meaning of Δεινόνυχος | Babel Free
/ðiˈno.ni.xos/Ορισμοί
ταξινομικός όρος - γένος: μικρός σαρκοφάγος θηριόποδος δεινόσαυρος της πρώιμης Κρητιδικής περιόδου, με χαρακτηριστικό μεγάλο νύχι σε σχήμα δρεπανιού στα δυο πόδια του
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.