Meaning of δεινοπαθήσω | Babel Free
Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεινοπαθώ
- θα δεινοπαθήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δεινοπαθώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.