Meaning of δεδικασμένο | Babel Free
/ðe.ði.kaˈzme.no/Ορισμοί
- η δέσμευση που απορρέει από μια τελεσίδικη δικαστική απόφαση
- δικαστική απόφαση που δεν μπορεί να ακυρωθεί από άλλη και αποτελεί νόμο για την έκδοση απόφασης σε παρόμοια υπόθεση
Ισοδύναμα
English
precedent
Παραδείγματα
“το δεδικασμένο μεταξύ διαδίκων”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.