Meaning of δασοπυροφύλαξη | Babel Free
Ορισμοί
οργανωμένο σύνολο προληπτικών μέτρων και επιτηρησιακών ενεργειών που αποσκοπούν στον έγκαιρο εντοπισμό και την αποτροπή εκδήλωσης ή εξάπλωσης πυρκαγιών σε δασικές εκτάσεις
Παραδείγματα
“※ Ο Ε.ΔΑΣ.Α. (Εθελοντές Δασοπυροπροστασίας Αττικής) είναι περιβαλλοντικό μη κερδοσκοπικό σωματείο, με κυριότερο σκοπό του την κινητοποίηση των κατοίκων της Αττικής στην εθελοντική δασοπυροφύλαξη, δασοπυρόσβεση και αναδάσωση των βουνών της Αττικής, καθώς και την παροχή βοήθειας —στο μέτρο του δυνατού— προς τις υπηρεσίες κατάσβεσης ορεινών δασικών πυρκαγιών. Συνεργάζεται με την Πυροσβεστική Υπηρεσία και τα κατά τόπους Δασαρχεία της Αττικής. (www.ertnews.gr, 19.07.2023)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.