Meaning of δασάνθρωπος | Babel Free
/ðaˈsan.θɾo.pos/Ορισμοί
-
άνθρωπος που ζει σε δάσος σε άγρια κατάσταση rare
-
άνθρωπος που ζει ή εργάζεται σε δάσος rare
Παραδείγματα
“※ Ο δασάνθρωπος”
“※ Το «Δεντρόσπιτο του Δασάνθρωπου» (στην Αγγλία)”
“※ «[…] Ο κλάδος της μελισσοκομίας, όπως οι ρητινοκαλλιεργητές, οι υλοτόμοι και οι υπόλοιποι “δασάνθρωποι”, δέχτηκαν ισχυρό πλήγμα. Κάποιοι δουλεύουν στα έργα αποκατάστασης, άλλοι πήγαν στη Χαλκίδα ή σε άλλες πόλεις για να βρουν δουλειά σε εργοστάσιο, έγιναν εσωτερικοί μετανάστες δηλαδή. […]»”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.