Meaning of δαντελένιος | Babel Free
/ðan.teˈle.ɲos/Ορισμοί
φτιαγμένος από δαντέλα
Ισοδύναμα
English
Lacy
Παραδείγματα
“δαντελένιο τραπεζομάντιλο”
“※ Αυτή ήταν η κυρία Νίτσα, μητέρα Μενελάου, ιδιοκτήτρια βίλας με κοτέτσι. Μαλλί κόκαλο από τη λακ, δαντελένιο ταγέρ μαύρο, καρφίτσα στο πέτο, καλσόν με ραφή -για μεγαλύτερη επισημότητα- και παντούφλα λουστρίνι- για μεγαλύτερη άνεση (Μαίρη Κόντζογλου, Περπάτα με τον άγγελό σου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
“άλλες μορφές: νταντελένιος, ταντελένιος”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.