HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δανειοληψία | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

οικονομική πράξη κατά την οποία ένα πρόσωπο ή φορέας αποκτά προσωρινά κεφάλαια, αγαθά ή τίτλους από άλλον, υπό μορφή δανείου, με θεσμικά ή συμβατικά καθορισμένη υποχρέωση επιστροφής τους, συνήθως με αντάλλαγμα / τόκο

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δανειοληψία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course