Meaning of δανειοληψία | Babel Free
Ορισμοί
οικονομική πράξη κατά την οποία ένα πρόσωπο ή φορέας αποκτά προσωρινά κεφάλαια, αγαθά ή τίτλους από άλλον, υπό μορφή δανείου, με θεσμικά ή συμβατικά καθορισμένη υποχρέωση επιστροφής τους, συνήθως με αντάλλαγμα / τόκο
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.