Meaning of δανειοδοτήσω | Babel Free
Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δανειοδοτώ
- θα δανειοδοτήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δανειοδοτώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.