HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δανειζόμενος | Babel Free

Verb CEFR C1
/ða.niˈzo.me.nos/

Ορισμοί

  1. που δανείζεται χρήματα η αντικείμενα, κυρίως όμως το πρώτο, εκείνος που παίρνει δάνειο
  2. που γίνεται αντικείμενο δανεισμού, που δανείζεται, το δανεικό

Παραδείγματα

“Το δανειζόμενο ποσό ορίζεται ανάλογα και με το μισθό του δανειολήπτη.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δανειζόμενος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course