Meaning of δανειζόμενος | Babel Free
/ða.niˈzo.me.nos/Ορισμοί
- που δανείζεται χρήματα η αντικείμενα, κυρίως όμως το πρώτο, εκείνος που παίρνει δάνειο
- που γίνεται αντικείμενο δανεισμού, που δανείζεται, το δανεικό
Παραδείγματα
“Το δανειζόμενο ποσό ορίζεται ανάλογα και με το μισθό του δανειολήπτη.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.