Meaning of δανειζόμενη γλώσσα | Babel Free
/ða.niˈzo.me.ni ˈɣlo.sa/Ορισμοί
η γλώσσα που δανείζεται λέξεις (γλωσσικά δάνεια) από άλλη γλώσσα (δανείστρια γλώσσα)
Παραδείγματα
“※ 2006 Φαίδων Μαλιγκούδης, Ελληνισμός και σλαβικός κόσμος, σελ. 98”
“※ 2013 Παναγιώτης Γ. Κριμπάς, Η νομική θέση της ελληνικής γλώσσας στην ανώτατη εκπαίδευση και η χρήση ελληνικής ορολογίας στην επιστήμη και την τεχνολογία: η σημερινή (2013) πραγματικότητα στην Ελλάδα, σελ. 141”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.