Meaning of δανείστρια γλώσσα | Babel Free
/ðaˈni.stɾi.a ˈɣlo.sa/Ορισμοί
- η γλώσσα που δανείζει λέξεις (γλωσσικά δάνεια) σε άλλη γλώσσα (δανειζόμενη γλώσσα)
-
η δανειζόμενη γλώσσα figuratively
Παραδείγματα
“※ χ.η. Ανώνυμος, «Λεξικός δανεισμός και ειδικά λεξιλόγια, Πρόταση για διαθεματική διδασκαλία», greek-language.gr, πρόσβαση: 16. 7. 2025”
“※ 2009 Παρασκευή Σαββίδου, «Το φαινόμενο του δανεισμού στη νέα ελληνική: Στάσεις, πραγματική φύση και διευθέτηση.», Μεταπτυχιακή εργασία. Τομέας Γλωσσολογίας, Τμήμα Φιλολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρόσβαση: 16. 7. 2025”
“※ 2014 Γρηγόρης Σκιαδάς, «Τα δάνεια της Νεοελληνικής από την Αγγλική Γλώσσα - Μορφολογική ανάλυση», Έρκυνα, Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών – Επιστημονικών Θεμάτων, Τεύχος 3ο, σελ. 159-176, πρόσβαση: 16. 7. 2025”
“※ 2015 Βαρβάρα Πυρομάλη, «Παράγοντες που επηρεάζουν τη χρήση γαλλικών δάνειων λέξεων στη νέα ελληνική γλώσσα: μια έρευνα στις ψευδόφιλες μονάδες», 19. 8. 2015, 11ο Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Γλωσσολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, πρόσβαση: 16. 7. 2025”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.