Meaning of δανείστηκαν | Babel Free
/ðaˈni.sti.kan/Ορισμοί
γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παθητικού αορίστου του δανείζω
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: δανείσθηκαν (λόγιο), ἐδανείσθησαν (παλαιότερο)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.