Meaning of δαμασκί | Babel Free
/ða.maˈsci/Ορισμοί
- άλλη μορφή του δαμασκηνί • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
- το δαμασκηνό σπαθί (εργαλείο ή όπλο (μαχαίρι, σπαθί κ.ά.) φτιαγμένο από χάλυβα της Δαμασκού, διακοσμημένο με δαμασκήνωση
Παραδείγματα
“σκούρο δαμασκηνί, δαμασκί (χρώμα):”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.