Δαίρπφελδ
Ορισμοί
- γερμανικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο), μη απλοποιημένη γραφή του Ντέρπφελντ, με επιπλέον «διόρθωση» [d] > [ð]
-
ο Γερμανός αρχιτέκτονας και αρχαιολόγος Wilhelm Dörpfeld, που δραστηριοποιήθηκε και έζησε στην Ελλάδα, γνωστός -μεταξύ άλλων- για τη θεωρία πως η ομηρική Ιθάκη βρισκόταν στη Λευκάδα especially
Παραδείγματα
“※ Ο Δαίρπφελδ τάφηκε στο μονοπάτι προς την Αγία Κυριακή με θέα τη θάλασσα και το κάμπο του Νυδριού όπως υπήρξε και η τελευταία επιθυμία του.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free