HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Δαίρπφελδ | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. γερμανικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο), μη απλοποιημένη γραφή του Ντέρπφελντ, με επιπλέον «διόρθωση» [d] > [ð]
  2. ο Γερμανός αρχιτέκτονας και αρχαιολόγος Wilhelm Dörpfeld, που δραστηριοποιήθηκε και έζησε στην Ελλάδα, γνωστός -μεταξύ άλλων- για τη θεωρία πως η ομηρική Ιθάκη βρισκόταν στη Λευκάδα
    especially

Παραδείγματα

“※ Ο Δαίρπφελδ τάφηκε στο μονοπάτι προς την Αγία Κυριακή με θέα τη θάλασσα και το κάμπο του Νυδριού όπως υπήρξε και η τελευταία επιθυμία του.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Δαίρπφελδ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course