Meaning of δίολκος | Babel Free
/ˈði.ol.kos/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- ειδικά κατασκευασμένο μονοπάτι πάνω στο οποίο έσερναν τα πλοία στην αρχαιότητα, προκειμένου να τα περάσουν από τη μια μεριά του ισθμού της Κορίνθου στην άλλη
Παραδείγματα
“※ Η Δίολκος (ορθό και ως αρσενικό: Ο Δίολκος) ήταν ο ειδικής κατασκευής πλακόστρωτος δρόμος που συνέδεε τις δύο άκρες του Ισθμού της Κορίνθου και πάνω στον οποίο σύρονταν κατά την αρχαιότητα από δούλους τα πλοία από τον Κορινθιακό στον Σαρωνικό Κόλπο και αντίστροφα. (www.lifo.gr, 25.07.2013)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.