HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δίλεπτο | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈði.le.pto/

Ορισμοί

  1. χρονικό διάστημα διάρκειας δύο λεπτών
  2. κέρμα αξίας δύο λεπτών (σεντ)

Παραδείγματα

“μην ανησυχείς, σε ένα δίλεπτο θα στό 'χω έτοιμο”
“αυτή όποτε έρχεται στο μαγαζί μας γεμίζει ψιλολόι· πληρώνει μόνιμα με μικρά κέρματα, όλο εικοσάλεπτα και δεκάλεπτα ακόμα και δίλεπτα και μονόλεπτα”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δίλεπτο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course