HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δίκλινης | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. γενική ενικού του δίκλινη
    genitive, singular
  2. που έχει δύο κεκλιμένα επίπεδα

Παραδείγματα

“※ Η στέγη είναι επιμήκης δικλινής στο υπερυψωμένο κεντρικό κλίτος και μονοκλινής χαμηλότερη στα πλάγια κλίτη και τον νάρθηκα. (Αφροδίτη Πασαλή, «Ο Άγιος Γεώργιος στην Βασιλική της Καλαμπάκας», Βυζαντινά, 25 (Θεσσαλονίκη 2005) 72)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δίκλινης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course