Meaning of δίκλινης | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική ενικού του δίκλινη genitive, singular
- που έχει δύο κεκλιμένα επίπεδα
Παραδείγματα
“※ Η στέγη είναι επιμήκης δικλινής στο υπερυψωμένο κεντρικό κλίτος και μονοκλινής χαμηλότερη στα πλάγια κλίτη και τον νάρθηκα. (Αφροδίτη Πασαλή, «Ο Άγιος Γεώργιος στην Βασιλική της Καλαμπάκας», Βυζαντινά, 25 (Θεσσαλονίκη 2005) 72)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.